Μονεμβασίτη Δέσποινα Α2


                                        Γυναίκες στον πόλεμο
Γυναίκες στην Επανάσταση του 1821
Ποιες ηταν:
 Η “Ωραία Ελένη”
Ελένη Βάσσου
 Γεννήθηκε στην Ήπειρο στις αρχές του 19ου αιώνα. Η οικογένειά της καταδιώχτηκε και κατέφυγε στην Κέα. Εκεί έμεινε η Ελένη μέχρι την ενηλικίωσή της. Εκεί γνώρισε τον στρατηγό Μαυροβουνιώτη Βάσο, ο οποίος γύρω στα τέλη της επανάστασης του 1821 πηγαίνοντας προς την Συρία για να κάνει και εκεί επανάσταση στάθμευσε στην Κέα και την ερωτεύτηκε. Αν και τα αισθήματα ήταν αμοιβαία, οι γονείς της αρνήθηκαν τον γάμο. Ο στρατηγός Βάσος τότε απήγαγε την Ελένη και την άφησε στην Άνδρο, όπου την έβαλε στον ιστορικό πύργο του Γιαννούλη και έστησε φρουρά για να την φυλάει. Στον πύργο αυτό έμεινε η Ελένη κλεισμένη σαν τις ηρωίδες των μεσαιωνικών θρύλων για πολλούς μήνες. Το 1826, στον γυρισμό του από την Βηρυτό, ο στρατηγός Βάσσος την πήρε μαζί του και την μετέφερε στον Πειραιά. Εκεί αρχίζει και η δράση της Ελένης
Στις μάχες που έδινε ο Βάσσος, η γυναίκα του ήταν νοσοκόμα και γραμματέας. Τον βοήθησε στην λύση της πολιορκίας της Καρύστου και κράταγε την αλληλογραφία του με τον Κιουταχή, ενώ ήταν η κυρίως σύμβουλός του σε όλες τις σημαντικές διαπραγματεύσεις.
Μετά την επανάσταση η Ελένη Βάσσου από την Σαλαμίνα όπου είχε εγκατασταθεί, αντιτίθενταν με πολύ ζήλο εναντίον του Καποδίστρια υποστηρίζοντας μια άλλη πολιτική με πρότυπο την Ρωσία. Το σπίτι της είχε γίνει κέντρο της αντιπολίτευσης.
Επί Όθωνα η Ελένη Βάσσου και ο σύζυγός της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και έγινε μια από τις πιο ευγενείς και φιλόξενες κυρίες της εποχής της. Στους χειμερινούς χορούς που έδινε συνέρρεε όλη η αριστοκρατία. Διακρίθηκε για την ομορφιά της, αλλά και για την νοημοσύνη και το μεγαλείο του φρονήματός της. Τραγουδήθηκε από τους ποιητές της εποχής της.
Απεβίωσε στα βαθιά γεράματα αφήνοντας πολλούς απογόνους, από τους οποίους δύο γιοι έγιναν επίσης σημαντικοί ανώτεροι αξιωματικοί του Ελληνικού στρατού, συνεχίζοντας το έργο του πατέρα τους.

Μαντώ Μαυρογένους
Οι γονείς της κατάγονταν από τη Μύκονο αλλά έμεναν στην Τεργέστη ήδη δέκα χρόνια,επειδή ο πατέρας της Νικόλας ήταν σπαθάρης(υπασπιστής)του ηγεμόνα της Μολδαβίας και η μητέρα της, η Ζαχαράτη, ήταν δραστήρια γυναίκα που διήφθυνε στην Τεργέστη τις εμπορικές υποθέσεις του άντρα της. Ήταν κόρη του εμπόρου και μέλος της Φιλικής Εταιρείας, Νικόλαου Μαυρογένη και της Ζαχαράτης Χατζή Μπάτη. Ένας από τους προγόνους της, ο μεγάλος θείος του πατέρα της, Νικόλας Μαυρογένης, ήταν ο Δραγομάνιος του Στόλου και ο Πρίγκιπας της Βλαχίας. Εγκαταστάθηκαν στην Τεργέστη και εκεί ο πατέρας της Νικόλαος ασχολήθηκε με το εμπόριο. Λίγο καιρό πριν την Επανάσταση μετακόμισε με τον Θείο της τον Παπα-Μαύρο στη Τήνο. Ήταν μια όμορφη γυναίκα αριστοκρατικής καταγωγής, μεγάλωσε σε μια μορφωμένη οικογένεια, επηρεασμένη από την εποχή του Διαφωτισμού. Σπούδασε αρχαία ελληνική φιλοσοφία και ιστορία σε ένα κολέγιο στην Τεργέστη και μιλούσε άπταιστα Γαλλικά, Ιταλικά και Τουρκικά.
Η δράση στην Επανάσταση
Η προτομή της Μαντούς στην Αθήνα.
Με πλοία εξοπλισμένα με δικά της έξοδα, καταδίωξε διακόσιους Αλγερινούς που λυμαινόταν τις Κυκλάδες και αργότερα πολέμησε στη Κάρυστο, στη Φθιώτιδα και στη Λιβαδειά. Κάτοχος της γαλλικής γλώσσας, συνέταξε συγκινητική έκκληση προς τις γυναίκες της Γαλλίας, ζητώντας τη συμπαράστασή τους στον πληθυσμό της Ελλάδας. Για τον Αγώνα διέθεσε όλη της την περιουσία. Για τη συνολική δραστηριότητά της ο Ιωάννης Καποδίστριας της απένειμε -τιμή μοναδική σε γυναίκα- το αξίωμα του επίτιμου αντιστράτηγου και της παραχώρησε κεντρικό σπίτι στο Ναύπλιο. Επίσης εκτός από τη Γαλλική, μιλούσε άπταιστα την Ιταλική, αλλά και την Τουρκική γλώσσα.
 Εξόπλισε δύο επανδρωμένα και «ιδιωτικά» πλοία με δικά της έξοδα, με τα οποία καταδίωξε τους πειρατές που επιτέθηκαν στη Μύκονο και σε άλλα νησιά των Κυκλάδων. Στις 22 Οκτωβρίου 1822, οι Μυκονιάτες απωθούσαν τους Οθωμανούς Τούρκους υπό την ηγεσία της, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο νησί. Εξόπλισε και εφοδίασε 150 άνδρες για να εκστρατεύσει στην Πελοπόννησο και έστειλε δυνάμεις και οικονομική υποστήριξη στη Σάμο, όταν το νησί απειλήθηκε από τους Τούρκους. Αργότερα, η Μαυρογένους έστειλε ένα άλλο σώμα πενήντα ανδρών στην Πελοπόννησο, οι οποίοι συμμετείχαν στην Άλωση της Τριπολιτσάς και την πτώση της πόλης στους Έλληνες. Επίσης ξόδεψε χρήματα για την ανακούφιση των στρατιωτών και των οικογενειών τους, αλλά και για την προετοιμασία μιας εκστρατείας προς τη Βόρεια Ελλάδα με την υποστήριξη πολλών φιλελλήνων.
Αργότερα δημιούργησε έναν στόλο έξι πλοίων και πεζικό αποτελούμενο από δεκαέξι λόχους με πενήντα άντρες το καθένα και έλαβε μέρος στη μάχη της Καρύστου το 1822 και χρηματοδότησε την Εκστρατεία της Χίου,όμως δεν κατάφερε να εμποδίσει την σφαγή της Χίου. Μια άλλη ομάδα πενήντα ανδρών στάλθηκε για να ενισχύσει τον Νικηταρά στη Μάχη των Δερβενακίων. Όταν ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στις Κυκλάδες, επέστρεψε στην Τήνο και πούλησε τα κοσμήματά της για τη χρηματοδότηση του εφοδιασμού και εξοπλισμού των 200 ανδρών που πολεμούσαν τον εχθρό και περιέθαλψε δύο χιλιάδες ανθρώπους που είχαν επιβιώσει από την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Οι άντρες της συμμετείχαν σε αρκετές άλλες μάχες όπως αυτές του Πηλίου, Φθιώτιδας και της Λιβαδειάς.
Η Μαντώ απηύθυνε έκκληση στις γυναίκες του Παρισιού και του διαφωτισμού στην Ευρώπη ώστε να πάρουν το μέρος των Ελλήνων. Μετακόμισε στο Ναύπλιο το 1823, για να βρίσκεται στον πυρήνα του αγώνα, αφήνοντας την οικογένειά της η οποία περιφρονούταν ακόμα και από τη μητέρα της λόγω των επιλογών της. Την εποχή εκείνη η Μαυρογένους γνώρισε τον Υψηλάντη με τον οποίον και αρραβωνιάστηκε σε σύντομο χρονικό διάστημα. Σύντομα, έγινε διάσημη σε όλη την Ευρώπη για την ομορφιά και την ανδρεία της. Αλλά τον Μάιο του ίδιου χρόνου, το σπίτι της κάηκε τελείως και η περιουσία εκλάπη. Μετά από αυτό πήγε στην Τρίπολη για να είναι μαζί με τον Υψηλάντη, ενόσω ο Παπαφλέσσας της παρείχε τροφή
Στον αρραβώνα της Μαντούς με τον Υψηλάντη αντιτάχθηκαν πολλοί από ισχυρούς πολιτικούς, οι οποίοι είδαν την ενοποίηση των δύο αυτών ισχυρών οικογενειών, οι οποίες διέθεταν φιλοσορικές σχέσεις, ως απειλή. Ο «επικεφαλής» των αντιπάλων τους στην Ελλάδα ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης, ο οποίος ηγήθηκε της επιτυχημένης απόπειρας διάλυσης του αρραβώνα. Η Μαντώ, μετά τον αρραβώνα επέστρεψε στο Ναύπλιο όπου ζούσε βαθιά καταθλιπτικά, σε κατάσταση εξαθλίωσης, στερίσεων και φτώχειας και δεν έλαβε κάποια τιμητική σύνταξη, ούτε της αποπληρώθκε κάποιο ποσό από τα χρήματα που είχε δώσει για την χρηματοδότηση των διάφορων μαχών. Μετά το θάνατο του Υψηλάντη και τις έντονες πολιτικές του συγκρούσεις με τον Ιωάννη Κωλέττη, εξορίστηκε από το Ναύπλιο και επέστρεψε στη Μύκονο, όπου ασχολήθηκε με τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της.
Όταν ο πόλεμος τελείωσε, ο Ιωάννης Καποδίστριας της απέδωσε τον βαθμό του Αντιστράτηγου επι τιμή και της χορήγησε μια κατοικία στο Ναύπλιο, όπου και μετακόμισε εκεί. Είχε στην κατοχή της ένα σπαθί κιμήλειο με την επιγραφή «Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων». Το ξίφος αυτό λέγεται ότι προέρχεται από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και ότι η Μαυρογένους το έδωσε στον Καποδίστρια.
Γαριφαλιά Μιχάλβεη
Η Ψαριανή Γαρυφαλλιά Μιχάλβεη ή Μιχάλμπεη βρέθηκε από 7 ετών στα σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας όταν απήχθη από τα Ψαρά κατά την καταστροφή του νησιού στις 20 Ιουνίου του 1824. Ταλαιπωρήθηκε ως δούλα και διασώθηκε από Αμερικανό διπλωμάτη ή έμπορο ο οποίος την έστειλε στις ΗΠΑ για να τη φροντίσει ο πατέρας του. Η μικρή δυστυχώς σε ηλικία 13 ετών πέθανε. Η ιστορία της ενέπνευσε δύο διεθνούς ακτινοβολίας έργα, το ζωγραφικό έργο "Το κορίτσι από την Ελλάδα" (The Greek girl) της Anne Hall και πιθανόν το γλυπτό "Η Ελληνίδα Σκλάβα"(The Greek Slave) του Hiram Power όπως και άλλα έργα
Η οικογένεια της Γαριφαλιάς (τότε Γαρυφαλλιάς) ήταν μεταξύ των ευπόρων στα Ψαρά. Η μικρή μοιράστηκε όμως την τύχη χιλιάδων κατοίκων του νησιού που δεν μπορεσαν να διαφύγουν κατά την απόβαση των οθωμανικών δυνάμεων και την επακόλουθη πλήρη καταστροφή του τόπου. Οι Τούρκοι ή σκότωσαν τους γονείς της ή την άρπαξαν βίαια από αυτούς, όπως πολλά παιδιά τότε. Σύμφωνα με μια εκδοχή ήταν με την αδελφή και τη γιαγιά της όταν οι Τούρκοι χώρισαν τα δύο κορίτσια και βρέθηκαν σε διαφορετικά σκλαβοπάζαρα το καθένα. Η Γαριφαλιά πουλήθηκε και κατέληξε στη Σμύρνη, όπου την βρήκε ένας έμπορος ή ο πρόξενος των ΗΠΑ το 1827, όταν πια το παιδί ήταν 10 ετών. Σύμφωνα με μια περιγραφή έπεσε στα πόδια του να τη γλιτώσει και εκείνος εξαγόρασε την ελευθερία της ή ίσως την ελευθέρωσε χρησιμοποιώντας πολιτικά μέσα. Την έστειλε με πλοίο στη Βοστώνη, ζητώντας από τον πατέρα του να τη φροντίσει. Το κορίτσι ταξίδεψε τελικά στη Βοστώνη ως Garafilia Mohalbi και φέρετο καταγόμενη από την Ipsara, δηλαδή τα Ψαρά.
Στις ΗΠΑ η Γαριφαλιά εντάχθηκε στην οκογένεια του Αμερικανού που είχε και άλλες κόρες και άρχισε να προσαρμόζεται στη νέα ζωή της. Περιγράφεται ως εξαιρετικά φιλότιμο και ευγενικό παιδί, που όταν μάλιστα αρρώστησε η μοναδική της έγνοια ήταν να μη γίνει βάρος σε εκείνους που τη φρόντιζαν[2]. Κοιμόταν κάθε βράδι με τη Βίβλο αγκαλιά και δεν είχε καμία απαίτηση. Η περιπέτειά της συγκίνησε την ζωγράφο Anne Hall που φιλοτέχνησε το πορτραίτο της μικρής σε μινιατούρα και θεωρείται ένα από τα αξιολογοτερα σκίτσα της εποχής. Το πορτρέτο έγινε και εξώφυλλο βιβλίου που κυκλοφόρησε το 1831. Οι περιπέτειες των Ελλήνων είχαν γενικά συγκινήσει το αμερικανικό κοινό και περίπου 13 χρόνια αργότερα ο γλύπτης Hiram Power εμπνεύστηκε από την ιστορία της Γαριφαλιάς (ή πιθανόν όμως και άλλης παθούσας) ένα εντυπωσιακό για την εποχή του γλυπτό, όπου παρίστανε ουσιαστικά αλυσοδεμένη την Αφροδίτη της Μήλου. Η Γαριφαλιά αρρώστησε το χειμώνα του 1830 σε ηλικία 13 ετών από άγνωστη νόσο. Η οκογένεια που την υιοθέτησε την είχε βρει εξαρχής φιλάσθενη, πιθανόν όχι λόγω της κράσης της, αλλά εξαιτίας της βασανιστικής περιφοράς της στα σκλαβοπάζαρα της Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας. Πρόλαβε να ζήσει με τους Αμερικανούς που την υιοθέτησαν μόνον 3 χρόνια και έσβησε στις 17 Μαρτίου του 1830. Ο πρόωρος θάνατός της αλλά και οι μεγάλες αλλαγές στη σύντομη ζωή της συγκίνησαν πολλούς και γράφτηκαν μεταξύ άλλων και ποιήματα, ενώ γενικά ο θάνατός της έγινε είδηση στις εφημερίδες της εποχής. Οι Αμερικανοί είχαν ακόμα και τη λεπτότητα να εξηγούν πως προφερόταν σωστότερα το επώνυμο του κοριτσιού
                                   Γυναίκες πολεµίστριες και ηρωίδες

Κλεοπάτρα
69 – 30 π.χ.
Αίγυπτος -Βασίλισσα
Η Κλεοπάτρα γεννήθηκε το 69 π.χ. Βασίλεψε στην Αίγυπτο από 51-30 π.χ. Είχε δύο αδερφές και ήταν η µικρότερη από τις τρεις . Η Κλεοπάτρα ήταν γοητευτική και έξυπνη. Κέρδισε την υποστήριξη του Ιουλίου Καίσαρα, του Ρωµαίου ηγέτη.  Ερωτεύτηκαν και ο Καίσαρας βοήθησε να ανακαταλάβει το θρόνο της Αιγύπτου. Πήγε στη Ρώµη µαζί του όπου και έζησαν δύο χρόνια. Μετά τη δολοφονία του Καίσαρα η Κλεοπάτρα επέστρεψε στην Αίγυπτο. Σύντοµα συνάντησε τον Μάρκο Αντώνιο, έναν άλλο Ρωµαίο ηγέτη, τον οποίο και ερωτεύτηκε. Ο Αντώνιος ζήτησε από την Κλεοπάτρα να του δηµιουργήσει στρατό για να καταλάβει τη Ρώµη. Του έδωσε χρήµατα και δηµιουργήσανε µαζί ναυτικό για να πολεµήσουν τους Ρωµαίους, το οποίο όµως καταστράφηκε στη µάχη. Ο Μάρκος Αντώνιος αυτοκτόνησε όταν έµαθε ότι η Κλεοπάτρα σκοτώθηκε, κάτι το οποίο ήταν αναληθές αφού η ίδια αυτοκτόνησε για να µην γίνει αιχµάλωτη των Ρωµαίων. Αίγυπτος -Βασίλισσα


Κοµνηνή, Άννα

Βυζαντινή Ιστορικός της Πρώτης Σταυροφορίας
1083-1153 µ.Χ.
Η Άννα η Κοµνηνή θεωρείται η πρώτη γυναίκα ιστορικός σε παγκόσµιο επίπεδο και η σηµαντικότερη πηγή πληροφοριών για τη Βασιλεία του πατέρα της Αλέξιου του Α΄. Οι εργασίες της είναι γεµάτες από λεπτοµέρειες για την καθηµερινή ζωή στο παλάτι, τις πράξεις της οικογένειας της και τις συναλλαγές µεταξύ των Βυζαντινών και των δυτικών σταυροφόρων κατά τη διάρκεια της Α΄ Σταυροφορίας.

Ελεονόρα της Ακυταίν

Γαλλία– Βασίλισσα, σταυροφόρος
1122 – 1202
Η Ελεονόρα της Ακυταίν ήταν µία από τις πιο δυνατές προσωπικότητες της φεουδαλικής Ευρώπης η οποία ασκούσε µεγάλη επιρροή. Στην ηλικία των 15 ετών παντρεύτηκε το Λουδοβίκο τον Ζ΄ , Βασιλιά της Γαλλίας. Στην ηλικία των 19 ετών γονάτισε στον καθεδρικό του Véselay, όπου προσέφερε στον γνωστό Αβά Μπερνάρ του Clairvaux χιλιάδες δουλοπάροικους για την δεύτερη Σταυροφορία. Λέγεται ότι η Βασίλισσα Ελεονόρα εµφανίστηκε στον Véselay ντυµένη ως αµαζόνα καλπάζοντας ανάµεσα στα πλήθη επάνω σε ένα άσπρο άτι φωνάζοντας στα πλήθη να την συντροφεύσουν στις Σταυροφορίες. Ενώ η εκκλησία µπορεί να ικανοποιήθηκε από την προσφορά χιλιάδων µαχητών – δουλοπάροικων ήταν λιγότερο ευτυχής όταν έµαθε ότι η Ελεονόρα ακολουθούµενη από τριακόσιες γυναίκες της αυλής της σχεδίαζαν να πάνε για να βοηθήσουν «τη φροντίδα των τραυµατισµένων». Ντυµένη µε την πανοπλία της και κουβαλώντας δόρατα, οι γυναίκες ποτέ δεν πολέµησαν µέχρι την είσοδό τους στη Κωνσταντινούπολη το 1147 µ.Χ.

                            Γυναίκες και πόλεμος στην Αρχαία Ελλάδα
Στον Ελληνικό πολιτισμό οι γυναίκες είχαν ελάχιστη ή παθητική μόνο επαφή με τα πολεμικά πράγματα. Αποτελεί λοιπόν παράδοξο το ότι στο Ελληνικό πάνθεο υπάρχουν τουλάχιστον δύο πολεμικές γυναικείες θεότητες, η Αθηνά και η Άρτεμη. Ακόμη και η θεά του Έρωτα εμφανίζεται κάποιες φορές ως Αφροδίτη εν Όπλοις ενώ η ίδια προσωποποίηση της πολεμικής Νίκης είναι γυναίκα.

Αμαζόνες
Οι μοναδικές γυναίκες που εμφανίζονται ένοπλες, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, είναι οι Αμαζόνες, οι οποίες όμως, όντας διαμετρικά αντίθετες από αυτό που οι αρχαίοι έλληνες θεωρούσαν κανονικό και φυσιολογικό, λειτουργούν συμβολικά. Η παρουσία τους λειτουργεί αλληγορικά, ως προσωποποίηση του «άλλου», του «διαφορετικού», του «απειλητικού».

Γυναίκες της Πίνδου
Κατά το διάστημα 28ης Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου 1940, εκδηλώθηκε η ιταλική επίθεση εναντίον της Ελλάδας –και η αρχική απώθησή της- στο πλαίσιο της ευρύτερης δραστηριοποίησης της Ιταλίας στο θέατρο της Μεσογείου , κατά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πρωί , στις 5.00π.μ., ξεκίνησε η επίθεση των ιταλικών στρατευμάτων με προσβολή θέσεων στην Ήπειρο, στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας με την Αλβανία. Τα αρκετά ασθενή τμήματα του ελληνικού στρατού, που βρίσκονταν στον Κεντρικό τομέα, συμπτύχθηκαν την ίδια ημέρα στη γραμμή Πάτωμα-Μούκα- Άνω Αρένα. Συνολικά, το απόσπασμα Πίνδου, υπό τον συνταγματάρχη Κωνσταντίνο Δαβάκη αριθμούσε 2.000 άνδρες, ενώ η Μεραρχία Αλπινιστών Τζούλια (Alpini Brigade Julia), αντιπαρέταξε 10.800 άνδρες. Στόχος των πρώτων ήταν η άμυνα της γραμμής όρος Σμόλικας-Μόλικας-Καστάνιανη-Κιάφα-Καταφύγι και των δευτέρων η διάσπαση της άμυνας και η προέλαση προς το Μέτσοβο. Δεχόμενο την αρχική επίθεση, το Απόσπασμα Πίνδου, συμπτύχθηκε στη γραμμή  Σαμαρίνα-Κούτσουρο-Τσούκα. Ωστόσο, στη συνέχεια, και κατόπιν σχετική εντολής του ελληνικού στρατηγείου υπό την ηγεσία του αρχιστρατήγου Αλεξάνδρου Παπάγου, προωθήθηκε στη θέση Επταχώρι και στις 7.00 το πρωί της 1ης Νοεμβρίου 1940, αντεπιτέθηκε στην Μεραρχία Τζούλια. Ακολούθως, τη 2α Νοεμβρίου 1940, οι δυνάμεις της 1ης Μεραρχίας κατέλαβαν το ύψωμα Ταμπούρι και το χωριό Φούρκα, αποκόπτοντας έτσι τα όσα ιταλικά τμήματα βρίσκονταν νοτιότερα και τελικά την ίδια ημέρα, η ελληνική ταξιαρχία ιππικού ανακατέλαβε τη Σαμαρίνα. Η πρόελαση του ελληνικού στρατού συνεχίσθηκε, ωθώντας τις ιταλικές δυνάμεις προς την ελληνοαλβανική μεθόριο και τελικά, εισβάλλοντας σε αλβανικά εδάφη.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
ΓΕΝΙΚΟ ΛΥΚΕΙΟ ΓΥΘΕΙΟΥ